Orthodox Mission Bookstore

Ο Χρυσαετός του Παραδείσου - Ο Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος

ΙΩΣΗΦ Δ. ΑΓΑΠΗΤΟΥ

ΕΣΤΕΙΛΕ ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ της Κλίμακας στον Ηγούμενο της Ραϊθού Ιωάννη ο άγιός μας και απομονώθηκε στο ερημητήριό του. Εύκολο να τα γράφεις για τους άλλους, σκεφτόταν μέρες, μά να τα ζείς εσύ.. Καί... καί "ο γνούς καί μή ποιήσας δαρήσεται πολλάς"!... Γι΄αυτό, καιρό προσευχόταν να τον ελεήσει ο Κύριος. 

Μπήκε η Άνοιξη. Ξαστέρωσε και η ψυχή του Ιωάννη. Λάφρωσε. Πολύ το έλεος του Κυρίου.

Γύρισε στο κελλί του. Λές κι ένα μήνυμα του ουρανού αφουγκραζόταν ένα απομεσήμερο, την ώρα που γονατιστός προσευχόταν. Έμεινε ώρα ακίνητος με το ουράνιο μήνυμα στ΄αυτιά.

Σηκώθηκε αργά ύστερα. Ήταν αλλοπαρμένος. Μια χαρμολύπη ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Γλυκός και ταπεινός και ήσυχος, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ήταν τις λίγες μέρες που ακολούθησαν την ουράνια οπτασία. Ύστερα έπεσε στο ασκητικό του κλινάρι άρρωστος. Πήρε να βαραίνει. Όμως η γλύκα στο πρόσωπό του γινόταν φώς ιλαρό τώρα.

Λένε πώς οι άγιοι προαισθάνονται την ώρα της εκδημίας τους. Γιατί όχι; Οικείοι του Θεού είναι. Και στο σπίτι ξέρουν όλοι ποιός έρχεται καί ποιός φεύγει.

Με τις μέρες όλο και βάραινε και όλο και έλαμπε περισσότερο ο άγιος. Έστειλε και κάλεσε τον αδελφό του.

- Ο Γέροντας είναι βαρειά άρρωστος, είπε πονεμένος ο υποτακτικός του στον Ηγούμενο Γεώργιο.

Σαν βροντή κεραυνού ακούστηκε στο Μοναστήρι η είδηση.

Πήρε συνοδία ο Γεώργιος και πήγε στον Ιωάννη. Μπήκε αυτός και δυό της συνοδίας του στο κελλί του Γέροντα. Τον βρήκαν ένα ήσυχο, γλυκό, ανέμελο βρέφος, λουσμένο στο φως, με μια δυσκολία στην αναπνοή.

- Γεώργιε, ο Κύριος με κάλεσε έκ του κόσμου τούτου...

Πήρε να κλαίει ο Γεώργιος.

- Φεύγεις και μ΄αφήνεις... Εγώ παρακαλούσα σύ να με προπέμψεις, γιατί δεν είμαι ικανός να ποιμάνω τα λογικά πρόβατα... Καί τώρα μένω εγώ και φεύγεις σύ...

- Μή λυπάσαι καί μήν ανησυχείς. Αν θα βρω παρρησία στον Κύριο δέν θα σ΄αφήσω να συμπληρώσεις χρόνο στη γη... είπε ο Γέροντας ήσυχα και πήρε και φίλησε το χέρι του Επίσκοπου αδελφού του. Ευχήσου.

Γονάτισε εκείνος, έσκυψε, έκλεισε μές στις παλάμες του το άγιο χέρι του Ιωάννη, και πήρε να το βρέχει με τα δάκρυά του και να το φιλεί. Ύστερα ανασήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον Ιωάννη. Είχε κοιμηθεί...

Ήταν 30 Μαρτίου η μέρα πού "ωραϊσμένος ταίς αρεταίς είς νυμφώνα τής αρρήτου δόξης συνεισήλθε".

Βγήκε έξω ο ένας της συνοδίας. Βρήκε τους άλλους με χαμηλωμένα βλέμματα απ΄τη βαρειά θλίψη.

- Πέταξε..., τους είπε.

Σήκωσαν ψηλά το βλέμμα εκείνοι. Η άγια κορυφή του Σινά φλεγόταν λές απ΄τις πορφυρές ακτίνες του ήλιου πού έδυε. Φλεγόταν μά δέ καιγόταν!... Αύρα λεπτή χάϊδεψε παρηγορητικά τις μορφές και τις ψυχές τους - ο Θεός!

- Πέταξε... είπαν, αυτός που ανέβαζε στα μεγάλα φτερά του στον ουρανό τις ψυχές. Πέταξε στον Παράδεισο,133 σελ.